ΠΟΙΗΣΗ

Κρήτη
Τση περηφάνιας γέννημα, τσ’ αντρειοσύνης κόρη
ονόμασαν την Κρήτη μας τση πένας οι μαστόροι
και  ξόδεψαν αλύπητα μια θάλασσα μελάνι
και γράψανε μια στόρηση π’ αθρώπου νους δε βάνει.
Η ιστορία ξεκινά απ’ τη μυθολογία
μέσα στο σπήλιο του τρανού και παντογνώστη Δία
κι απλώνεται στα τρίσβαθα και περπατεί με χάρη
σαν μάνα που εβύζαινε στον μπέτι παλληκάρι.
Όσοι οχτροί προσπάθησαν να πάρουν τα ηνία
εβρήκανε του κοφτερού σπαθιού φιλοξενία.
Μέσα στση υποδούλωσης το κοφτερό καμίνι
ο Κρητικός κατάφερε αμάλαγος να μείνει
μα διάβηκε η καταχνιά κι ήρθε η ξαστεράδα
κι έφερε η ανατολή την ποθητή λιακάδα
κι εφτάξανε οι σημερνές παράξενες ημέρες
που ‘χει παράδες ο οχτρός αντί σπαθιά και σφαίρες
και κλέβει την παράδοση και πολεμά το κάστρο
για να σβηστεί στον ουρανό τση Κρήτης κάθε άστρο
για ν’ απομείνει η γενιά η νέα στο σκοτίδι
και να τελειώσει κάπου εδώ το ζηλευτό ταξίδι
γι αυτό ας γίνουν οι καρδιές ατρόμητη ασπίδα
να αφανίσουν του φονιά την κοφτερή λεπίδα
να πορπατεί η Κρήτη μας σε μέρη δοξασμένα
και να μη γίνουν παρελθόν όλα τα μυρισμένα.
Στην Κρήτη ζει η λεβεδιά κι ο χρόνος δεν τη φθείρει
Γιατί ‘ναι πέτρα ριζιμιά στση σκέψης τα’ ακρωτήρι

 

– Νεκτάριος Λεουνάκης

Από το βιβλίο του:

Πατήματα του Λογισμού στση σκέψης τα γεφύρια